Πώς μια «δυναμική καλλιέργεια» μετατράπηκε σε ένα νέο πρόβλημα



Tης Τανιας Γεωργιοπουλου

Τότε καλλιεργούνταν 80.000 στρέμματα και η αξία των προϊόντων που παράγονταν και εξάγονταν κυρίως στη Γερμανία έφτανε τα 17 δισ. δρχ. Σήμερα, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις έχουν πέσει στα 25.000 στρέμματα και η συνολική αξία των πωλούμενων προϊόντων
δεν ξεπερνά τα 5 δισ. δρχ. Τι συνέβη και τα σπαράγγια από «δυναμική καλλιέργεια» κατέληξαν ένα ακόμα «πρόβλημα»;«Τη χρυσή δεκαετία 1985-1994 για το σπαράγγι ένας παραγωγός έβγαζε τον χρόνο όσα εγώ έβγαζα σε τέσσερα», διηγείται ο κ. Αναστάσιος Σιώμος, καθηγητής Λαχανοκομίας στο ΑΠΘ που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την καλλιέργεια. Το 80% της παραγωγής λευκού σπαραγγιού (μόνο αυτό καλλιεργείται στην Ελλάδα) έφευγε για την αγορά της Γερμανίας όπου πωλούνταν σε πολύ καλές τιμές. Οι ίδιοι οι Γερμανοί παρήγαγαν επίσης σπαράγγια που ωστόσο έβγαιναν στην αγορά 40 ημέρες αργότερα από τα ελληνικά, λόγω κλίματος. Σε όλη την Ελλάδα λειτουργούσαν 48 ομάδες παραγωγών για το σπαράγγι. Παράλληλα δημιουργήθηκε ανάλογος αριθμός συσκευαστηρίων, μονάδων δηλαδή που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ενωση και στοίχισαν κατά μέσον όρο ένα εκατομμύριο ευρώ η καθεμία. Κανένας τότε δεν μπήκε στον κόπο να σκεφτεί πόσο κερδοφόρα μπορεί να είναι μια επένδυση που λειτουργεί μόνο τρεις μήνες τον χρόνο.
Σήμερα, τα περισσότερα συσκευαστήρια στην Ξάνθη, τον Εβρο, τα Γιαννιτσά και την Αιτωλοακαρνανία όπου άλλοτε ανθούσε η καλλιέργεια, δεν λειτουργούν εφόσον η συνολική παραγωγή έχει μειωθεί. «Στην περιοχή λειτουργούσαν 12-14 συσκευαστήρια. Σήμερα έχουν απομείνει 4. Εμείς έχουμε ξεκινήσει να συσκευάζουμε και άλλα προϊόντα όπως τα ακτινίδια, τα ροδάκινα και λίγα σταφύλια έτσι ώστε η μονάδα να λειτουργεί τους περισσότερους μήνες τον χρόνο» λέει ο διευθυντής της Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καβάλας.
Την αδυναμία συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ των ομάδων παραγωγών επισημαίνει ο κ. Σιώμος ως έναν από τους βασικούς παράγοντες απαξίωσης του προϊόντος. «Κάθε ομάδα παραγωγών διέθετε μικρή ποσότητα σπαραγγιών.
Ενα γερμανικό σούπερ μάρκετ έπρεπε να απευθυνθεί σε 48 μπάρμπα Μήτσους στην Ελλάδα για να μπορεί να έχει την εβδομάδα τις ποσότητες που χρειαζόταν. Είναι φανερό ότι αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, αλλά τη «χρυσή εποχή» κανένας δεν έδινε σημασία» τονίζει. Ακόμα όμως και όταν τα προβλήματα διογκώθηκαν, οι εμπλεκόμενοι δεν φάνηκαν πρόθυμοι να κινητοποιηθούν.
«Το 2006 όταν έγινε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια οργάνωση για το συγκεκριμένο προϊόν, τορπιλίστηκε από τα μικροσυμφέροντα σε ορισμένες περιοχές». Ετσι δημιουργήθηκε το Ινστιτούτο Σπαραγγιού, η δράση του οποίου σήμερα είναι άγνωστη στους παραγωγούς. Το 2010 οι σπαραγγοπαραγωγοί του νομού Εβρου καταφεύγουν στη πάγια «λύση». Ζητούν αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ (Ελληνικός Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων) και άτοκα δάνεια...
Ενας ακόμα λόγος για την πτώση της δημοτικότητας του σπαραγγιού στη σχεδόν αποκλειστική αγορά της Γερμανίας, είναι ότι οι ίδιοι οι Γερμανοί την τελευταία δεκαετία αποφάσισαν να μπουν στην καλλιέργεια για να τροφοδοτήσουν την αγορά τους. «Η Γερμανία σήμερα καλλιεργεί 200.000 στρέμματα, ενώ πριν από μια δεκαετία καλλιεργούσε 30.000» λέει ο κ. Σπύρος Τεμπερεκίδης, πρόεδρος της εταιρείας ΗΛΙΟΣ στα Γιαννιτσά.
Επίσης, τα ελληνικά σπαράγγια έχασαν με τον καιρό το πλεονέκτημα της πρωιμότητας, εφόσον οι Γερμανοί παραγωγοί βρήκαν τεχνικούς τρόπους να βγάζουν νωρίτερα σοδειά. «Οταν το γερμανικό σπαράγγι βγαίνει στην αγορά της χώρας την ίδια εποχή με το ελληνικό, οι Γερμανοί προτιμούν τα δικά τους και ας είναι πιο ακριβά», τονίζει ο κ. Στέλιος Τσακίρης, γεωπόνος της ΕΑΣ Ορεστιάδας. «Ενδιαφέρον παρουσιάζει το πράσινο σπαράγγι», συμπληρώνει. Πρόκειται για το σπαράγγι που εδώ στην Ελλάδα εισάγουμε από το Περού... Οι Ελληνες παραγωγοί δεν έχουν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την καλλιέργειά του γιατί «δεν υπάρχει αγορά». Μόνο που τα πράγματα αλλάζουν. Ετσι, ενώ πέρυσι η ζήτηση για πράσινο σπαράγγι στην αγορά της Γερμανίας ήταν 5%, φέτος εκτιμάται ότι έφτασε το 30%.

Πηγή http://news.kathimerini.gr